• Επεισόδιο 94-Μετάφραση

























    Το επεισόδιο ξεκινάει με την Εσμαχάν να δοκιμάζει το καινούριο της φόρεμα, όταν ξαφνικά μπαίνει η Μιχριμά στο δωμάτιό της και λέει: “Δεν με περίμενες;”. Η Εσμαχάν: “Όχι, αλλά είναι καλά που ήρθες. Σου αρέσει το φόρεμά μου;”. Η Μιχριμά: “Το έκανες εσύ, έτσι; Εσύ έδωσες εκείνο το γράμμα στις παλλακίδες, σωστά;”. Η Εσμαχάν: “Ήμουν η μόνη που ήξερε για αυτό, αλλά τώρα το ξέρουν όλοι”. Η Μιχριμά απαντάει: “Ναι, είναι αλήθεια ότι όλοι το ξέρουν, αλλά μη ξεχνάς ότι το κουτσομπολιό για τον Μαλκοτσόγλου ήταν για σένα, όχι για μένα. Έκανα όλους να νομίζουν ότι το γράμμα ήταν για σένα”. Η Μιχριμά θυμάται την συζήτηση που είχε με τις παλλακίδες για το γράμμα: “Τί κάνει εδώ το γράμμα της Εσμαχάν; Ετοιμάστε την αμαξά μου, πάω να την δω… Πώς μπορείτε να μιλάτε για ένα προσωπικό ζήτημα της Εσμαχάν τόσο ανοιχτά;”. Η Μιχριμά: “Εσμαχάν, δεν ξέρω πώς βρίσκεις το θράσσος να παίζεις αυτά τα παιχνίδια με το μυαλό σου που είναι μικρό σαν ρεβύθι…”. Η Εσμαχάν: “Φύγε. Μην έρθεις να με ξαναδείς ποτέ”. Η μιχριμά: “Θα έπρεπε να πω το ίδιο για σένα. Αν σε ξαναδώ, θα σε ντροπιάσω ακόμη παραπάνω!”.

    Στο χαρέμι, βλέπουμε τη Σαχ Σουλτάνα με τις παλλακίδες. Η Χιουρρέμ μπαίνει και ρωτάει τί συμβαινει. Η Σαχ: “Όπως βλέπεις, οι μισθοί που χρωστούσαμε στις παλλακίδες μοιράζονται… το ήθελα αυτό, πληρώνω με τα δικά μου ρηματα”. Η Χιουρρέμ: “Μην ανακατεύεστε σε θέματα που δεν είναι στην αρμοδιότητά σας, Σουλτάνα μου… Εγώ διοικώ το χαρέμι! Δεν θα επιτρέψω σε κανένα να διαλύσει την τάξη του”. Η Σαχ: “Δεν μπορείς καν να πληρώσεις τις παλλακίδες και μιλάς για την τάξη του χαρεμιού;; Έτσι διοικείς το χαρέμι;”. Η χιουρρέμ: “Δεν χρειάζεται να εξηγησω τον εαυτό μου σε σας. Αφιφέ, όλοι να επιστρέψουν τα χρήματα που έλαβαν. Θα μοιράσω αργότερα τους μισθούς, σύμφωνα με τις παραδόσεις μας”. Η Αφιφέ τους λέει να επιστρέψουν τα χρήματα και ζητάει συγνώμη από τη Σαχ, καθώς η Χιουρρέμ είναι αυτή που πρέπει να δώσει την εντολή να μοιραστούν τα χρήματα. Η Σαχ: “Είναι προφανές ότι η μάταιη περηφάνεια της Χιουρρέμ εμποδίζει τις παλλακίδες να πληρωθούν… Όλες σας να προσεύχεστε ότι τα χρήματά σας θα σας έλθουν”.

    Στην επόμενη σκηνή, βλέπουμε την πολεμική σκηνή του Εξοχότατου με τους Πασάδες σε σύνοδο. Ένας στρατιώτης ανακοινώνει την άφιξη του Τζιράι Χαν. Ο Σουλεϊμάν: “Μπόρεσες να εντοπίσεις τον Πέτρου Ραρές, τον προδότη;”. Ο Τζιράι: “Έχει καταφύγει στην Τρανσιλβανία. Οι στρατιώτες μας δεν μπόρεσαν να τον βρουν εγκαίρως”. Ο Σουλεϊμάν: “Αυτός ο Ραρές πρέπει να γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από την οργή μου”. Ο Τζιράι: “Οι Τατάροι τον ψάχνουν και θα τον συλλάβουν το συντομότερο δυνατό”. Ο Σουλεϊμάν: “Και τί θα γίνει με τους αριστοκράτες που τον βοήθησαν;”. Ο Τζιράι: “Τιμωρήθηκαν”. Ο Σουλεϊμάν: “Δεν θέλω να αφήσω το νου μου εδώ, καθώς πολεμάμε τις δυνάμεις του Καρόλου και του Πάπα. Αυτή η γη βρίσκεται υπό την προστασία σου τώρα”. Ο Τζιράι: “Μην ανησυχείτε. Θα συνεχίσουμε να υπηρετούμε την αυτοκρατορία και τη θρησκεία του Ισλάμ, όπως έκαναν οι πρόγονοί μας”.

    Στην καμπίνα του Μπαρπαρόσσα, αυτός μιλάει με τον Σαλίχ Ρεϊς. Ο Σαλίχ: “Φαινεται ότι ο Αντρέα Ντόρια κατέφυγε πάλι στην Πρέβεζα όταν είδε να πλησιάζουμε. Νομίζεις ότι είναι παγίδα;”. Ο Μπαρμπαρόσσα: “Θέλω μια μυστική εξερεύνηση των γύρω περιοχών. Το σταυροφορικό πλήρωμα πρέπει να είναι κάπου κοντά”. Ο Σαλίχ: “Αν το επιθυμείτε, μπορούμε να μπούμε στο λιμάνι”. Ο Μπαρμπαρόσσα: “Πρώτα πάρετε τις προφυλάξεις στις ακτές και μετά θα μπούμε….”.

    Έπειτα, βλέπουμε τον Αντρέα Ντόρια στη δική του καμπίνα και ένας στρατιώτης λέει ότι το πλήρωμα του Μπαρμπαρόσσα πλησιάζει στην Πρέβεζα. Ο Ναύαρχος: “Η ευκαιρία που περιμέναμε είναι εδώ! Ας αντιμετωπίσουμε τον Οθωμανικό στόλο πριν μπουν στο λιμάνι”. Ο Αντρέα: “Δεν χρειάζεται να βιαστούμε. Είναι εδώ για να διασώσουν την Πρέβεζα. Ας τους αφήσουμε να μπουν”. Ο ναύαρχος: “Όσο ο άνεμος είναι με το μέρος μας, ας τους τσακίσουμε!”. Ο Αντρέα: “Θα τους στριμώξουμε στον κόλπο της Πρέβεζαν και θα τους καταστρέψουμε εκεί!”. Ο ναύαρχος: “Χάνουμε μια μεγάλη ευκαιρία… τα πλοία μας είναι μεγαλύτερα”. Ο Αντρέα: “Αντί να διαφωνείς μαζι μου, υπάκουσε τις εντολές μου! Ειδοποίησε τα πλοία μας ότι υποχωρούμε από αυτή τη θέση”.

    Πίσω στην σκηνή του Σουλεϊμάν, ο Ρουστέμ λέει ότι ο αδελφός του Ραρές, ο Στέφαν είναι στο δρόμο και έρχεται και ότι έχει υποσχθεί τη συμμαχία του. Ο Σουλεϊμάν: “Ωραία. Τί λες Τζιράι;; Θα μας προδώσει ο Στέφαν, όπως ο αδελφός του;”. Ο Τζιράι: “Αμφιβάλω. Το μέλλον αυτών που κάνουν τέτοια πράγματα είναι ξεκάθαρο”. Ο Αγιάζ: “Τα νέα από το Μπαρμπαρόσσα δεν είναι καλά. Οι σταυροφόροι επιτέθηκαν στην Πρέβεζα”. Ο Λουφτή: “Μην ανησυχείς Πασά μου. Θα αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση και σύντομα θα πάρουμε καλά νέα από αυτόν, με τη θέληση του Θεού”. Ο Σουλεϊμάν: “Ας έχει τη βοήθεια του Θεού. Η κατάκτηση ή η αποτυχία του θα είναι σημαντική…”. Ο Μπαλί μπαίνει στη σκηνή και λέει ότι πήγε για μια ανιχνευτική αποστολή και τον σταμάτησε ένας ιερέας, σύμφωνα με τον οποίο οι στρατιώτες τους επιτέθηκαν σε περιουσία και ζωές κάποιων κατοίκων. Ο Σουλεϊμάν: “Ποιός το έκανε αυτό;”. Ο Μπαλί μπέη: “Το ερεύνησα και ένας από τους στρατιώτες μας πήρε ένα μοσχάρι και κάποιος άλλος πήρε κριθάρι χωρίς άδεια. Τους έφερα και τους δύο εδώ”. Ο Σουλεϊμάν: “Οι ραγιάδες μας έχουν δοθεί στην εμπιστοσύνη μας από τον Θεό. Πόσες φορές έστειλα εντολές λέγοντας στο στρατό να μη παίρνει χωρίς άδεια ό,τι δεν τους ανήκει; Οι κήρυκες το ανακοίνωναν μέρες στο στρατόπεδο. Πάρτε τα κεφάλια και των δύο για παραδειγματισμό!”

    Βλέπουμε το Σουλεϊμάν και τους Πασάδες να παρακολουθούν την εκτέλεση. Ο Ρουστέμ ρωτάει τον Σελίμ αν είναι καλά και εκείνος απαντάει ότι είναι εντάξει.

    Ο Ρουστέμ: “Σταθείτε όρθιος. Μη μορφάζεται και μη κοιτάτε αλλού”. Οι δύο αντρες εκτελούνται και ο Σουλεϊμάν χτυπάει το γιο του φιλικά στον ώμο. Ο Σουλεϊμάν λαμβάνει τότε ένα γράμμα από την Χιουρρέμ. Ο Ρουστέμ περπατάει στην σκηνή του Σελίμ να τον παρηγορήσει και ο Σελίμ του λέει να τον αφήσει ήσυχο. Ο Ρουστέμ: “Όταν ήμουν στην ηλικία σας, δε μπορούσα να κοιτάξω αίμα. Καθώς πέρασε ο καιρός, συνηθίζουμε τα πάντα…”. Ο Σελίμ: “Βοήθησέ με Ρουστέμ Πασά. Θέλα να γίνω ένας άξιος Ηγεμόνας για τον Εξοχότατο πατέρα μου…”. Ο Ρουστέμ: “Είστε ήδη Ηγεμόνα μου. Αλλά μην ανησυχείτε, θα είμαι μαζί σας σε κάθε σας βήμα από εδώ και πέρα”.

    Στην επόμενη σκηνή, βλέπουμε τον Σουλεϊμάν να διαβάζει ένα γράμμα που του έγραψε η Χιουρρέμ:

    “Σουλτάνε μου,
    Βάλτε το πρόσωπό μου στο έδαφος και επιτρέψτε μου την ευχαρίστηση να φιλήσω το χώμα που περπατάτε. Ήλιε του έθνους μου και πλούτε της ευτυχίας μου, Σουλτάνε μου! Αν ρωτάτε για μένα, καίγομαι από την φωτιά του αποχωρισμού αυτού, η καρδιά μου είναι συντρίμια, τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα… έχω βυθιστεί σε ένα κόσμου, όπου τα βράδυα μου είναι χώρια από τις μέρες. Έχω αρρωστήσει από την απελπισμένη μου αγάπη για εσάς….
    Όπως το αηδόνι, ο πόνος μου δε σώπασε. Έχω πέσει σε τέτοια κατάσταση με την απουσία σας, που μακάρι ο Θεός να μη δώσει ποτέ τέτοιο πρόβλημα στους απίστους.
    Ευτυχία μου, Σουλτάνε μου. Μέρες πέρασαν χωρίς να πάρω νέα σας. Ο Θεός ξέρει μόνο, δεν έχω καθόλου άνεση.
    Κλαίω συνέχει από το πρωϊ ως το βράδυ και μετά πάλι από το βράδυ ως το πρωΐ. Αυτός ο κόσμος έγινε μικρός για τα μάτια μου. Δεν ξέρω τί να κάνω…
    Το μόνο που ζητάω από τον Παντοδύναμο είναι η γρήγορη επιστροφή σας, να μπορέσω να ξαναδώ τη μορφή σας και να μου δώσει την ευκαιρία να προσκυνήσω τα πόδια σας (να ακουμπήσω το πρόσωπό μου στη σκόνη των ποδιών σας…).
    Σουλτάνε μου, σας ικετεύω, στειλτε μου γρήγορα την απάντησή σας. Σας ορκίζομαι στο Θεό ότι αν μια ή δύο εβδομάδες περάσουν χωρίς μήνυμα, ο κόσμος θα αναστατωθεί και θα ειπωθούν πολλά. Σας παρακαλώ, μη νομίζεται ότι το ζητάω από προσωπική επιθυμία.
    Προσεύχομαι και φιλάω τα μάτια του Μεχμέτ και του Σελίμ. Και οι δούλοι σας, Μπεγιαζιντ, Τζιχανγκίρ και Μιχριμά σας προσκυνούν και φιλούν το χέρι σας… Ελπίζω να το δεχτείτε”.

    Την ίδια ώρα βλέπουμε τη Χιουρρέμ να χαμογελάει μόνη της, όταν ακούγεται ένας χτυπος στην πόρτα και μπαίνει η Ρακέλ με τον Σουμπούλ. Η Ρακέλ χαιρετάει την Χιουρρέμ και ζητάει συγνώμη που καθυστέρησε αλλά ότι είχε πολύ δουλειά. Η Χιουρρέμ ρωτάει αν γνωρίζει ότι το χρυσό κλάπηκε και η Ρακέλ απαντάει ότι την ενημέρωσε ο Σουμπούλ και ότι λυπάται πολύ γι’αυτό. Η Χιουρρέμ λέει ότι είναι προφανές ότι κάποιος έμαθε για τη μεταφορά και ρωτάει αν θα μπορούσε να ειναι κάποιος από τους δικούς της, αλλά η Ρακέλ απαντάει ότι άφησε το όνομα της Χιουρρέμ έξω από αυτό και δεν ενημέρωσε κανένα. Έπειτα λέει ότι πρέπει να ήταν κάποιος από το χαρέμι, αλλά ο Σουμπούλ απαντάει ότι είναι αδύνατο, γιατί ήταν ο μόνος που ήξερε. Η Ρακέλ λέει ότι ίσως κάποιος τους ακολούθησε τοτε, αλλά ο Σουμπούλ λέει πάλι αδύνατον! Η Χιουρρέμ λέει ότι το θέμα τώρα δεν είναι τί έγινε αλλά ότι θα χρειαστεί κάποια χρηματα για να είναι σε ετοιμότητα αλλά η Ρακέλ λέει ότι δεν έχει πολλά νομίσματα πια. Η Χιουρρέμ δείχνει ανήσυχη.

    Στο κεντρικό δωμάτιο του χαρεμιού, οι παλλακίδες μιλούν μεταξύ τους για το μισθό τους, όταν φωνάζει η Φαριέ: “Τί συμβαίνει εδώ;”. Μία παλλακίδα λέει: “Φαριέ Καλφά, θέλω να μιλήσω στη Χιουρρέμ Σουλτάνα”. Η Φαριέ λέει: “Για ποιό πράγμα, χατούν; Αν είναι να πεις κάτι, πες το σε μένα”. Η παλλακίδα: “Η κατάσταση είναι άσχημη, Φαριέ Καλφά. Κανείς δεν έχει δυο πεντάρες στην τσέπη του!”. Η Φαριέ: “Ποιά είσαι εσύ που θα παραπονεθείς για την σπουδαία Χιουρρέμ Σουλτάνα μας”. Μια άλλη παλλακίδα: “Πέρασαν μέρες αλλά δεν έχουμε λέξη από τη Χιουρρέμ Σουλτάνα. Η Σαχ Σουλτάνα θα μας έδινε χρηματα, αλλά αυτή το σταμάτησε”. Η Φαριέ κάνει ένα βήμα μπροστά: “Σιωπή! Καθίστε ήσυχα με τους σωστούς τρόπους! Αλλιώς, ορκίζομαι στο Θεό, θα σας σπάσω τα πόδια!”. Φεύγει αφήνοντας τις παλλακίδες σε αναστάτωση.

    Στο δωμάτιο της Χιουρρέμ, εκείνη λέει στην Ρακέλ ότι εκτός από αυτή δεν μπορεί να πάρει δάνεια από άλλον. Η Ρακέλ απαντάει ότι μπορει να συστησει μια στενή φίλη, μια έμπορο από τη Βενετία και αν η Χιουρρέμ το επιθυμεί μπορεί να τη φέρει να συναντηθούν. Ο Σουμπούλ ρωτάει αν είναι η ίδια γυναίκα που είχαν πάει μαζί στην Γένοβα και η Ρακέλ λέει ότι αυτή είναι. Η Χιουρρέμ το σκέφτεται για ένα λεπτό μετά λέει στην Ρακέλ να την φέρει. Όταν η Ρακέλ φεύγει, ο Σουμπούλ λέει: “Σουλτάνα μου, γνωρίζετε τί ειναι το καλύτερο φυσικά, είναι σωστο να πάρετε δάνειο από μια Βενετή; Όπως ξέρεται, είμαστε σε κατάσταση πολέμου με τους Βενετούς… Θεός φυλάξοι, αν αυτό φτάσει στα αυτιά του Εξοχότατου”. Η Χιουρρέμ λέει: “Θα αποπληρώσουμε το δάνειο, πριν έρθει ο Εξοχότατος. Και αυτό θα μείνει μυστικό. Με εξαίρεση εσένα κανείς δε θα γνωρίζει”. Ο Σουμπούλ λέει: “Σουλτάνα μου”. Η Χιουρρέμ απαντάει: “Σουμπούλ αγά! Είμαι αναγκασμένη να το κάνω! Είναι απαραίτητο να δοθούν οι μισθοί αμέσωςς. Όσο η Σαχ σουλτάνα περιμένει να κάνω ένα λάθος, δε θα της δώσω την ευκαιρία”. Η Χιουρρέμ λέει ότι θα πουλήσει κάποια από τη γη της για να αποπληρώσει το δάνειο.

    Στο μεταξύ, η Χατιτζε ρωτάει την Σαχ Σουλτάνα τί περιμένει και ότι σήμερα ή αύριο, οι παλλακίδες θα επαναστατήσουν. Η Σαχ της λέει ότι αφού περίμενε χρονια, να περιμένει λίγο ακόμη. Η Χατιτζέ λέει: “Από αυτό το σημείο, δε θα υπάρξει καλύτερη ευκαιρία. Ας επαναστατήσουν οι παλλακίδες. Με κανένα τρόπο δεν μπορούν να κατηγορήσουν εμάς”. Η Σαχ απαντάει: “Νομίζεις ότι η Χιουρρέμ δεν τα σκέφτηκε ήδη αυτά; Έχει πάρει όλες τις προφυλάξεις. Επίσης θα βεβαιωθώ ότι η Χιουρρέμ είναι χειρότερα από νεκρή”. Η παλλακίδα της Χατιτζέ μπαίνει και λέει ότι η Σαχρα Χατούν έχει φτάσει. Η Σαχ ρωτάει ποιά είναι η Σαχρά Χατούν και η Χατιτζε απαντάει ότι είναι μια γυναίκα με ευλογημένη φωνή και ότι την κάλεσε να προσευχηθεί για αυτή.

    Η Χατιτζέ συναντάει τη Σαχρά στο δωμάτιό της. Της λέει ότι ο κόσμος την επαινεί πολύ και η γυναίκα απαντάει ότι την παρουσιάζουν πολύ καλύτερη από ό,τι είναι. Μετά ρωτάει την Χατιτζέ τί θέλει από εκείνη και πως μπορεί να τη βοηθήσει. Η Χατιτζέ λέει: “Θέλω να βρω την τοποθεσία του τάφου του Ιμπραήμ Πασά. Θέλω να ξέρω που τον έθαψαν. Πάνε δύο χρονια αλλά ακόμη δεν ξέρω. Οι νύχτες μου δεν είναι νύχτες, οι μέρες μου δεν είναι μέρες… Θέλω να προσευχηθώ γι’αυτόν εκεί”. Η Σαχρα απαντάει: “Δεν είναι στο χέρι μου Σουλτάνα μου, μόνο εσείς μπορείτε να το βρείτε….”. Η Χατιτζέ ρωτάει τί εννοεί και η Σαχρά απαντάει: “Θα κοιμηθείτε…” Μετά τις δίνει ένα χαρτί: “Θα πείτε αυτή τη προσευχή και θα κοιμηθείτε… μια γυναίκα θα σας έρθει… μη τη φοβάστε… θα σας πάει εκεί που επιθυμείτε”.

    Τη νύχτα, η Χιουρρέμ περπατάει στο διάδρομο του χαρεμιού με την κόρη και τη συνοδεία της και η Μιχριμά ρωτάει τη μητέρα της πόσο θα κρατήσει το ζητημα των χρημάτων και γιατί δεν ειδοποίησε το σουλτάνο γι’αυτό. Η Χιουρρέμ απαντάει ότι δεν μπορούν να απασχολήσουν το σουλτάνο με τα δικά τους προβλήματα όταν αυτός είναι σε πόλεμο. Μετά λέει ότι βρήκε μια λύση στο θέμα και ότι σύντομα δε θα υπάρχει πρόβλημα… Μια παλλακίδα τότε πλησιάζει και υποκλίνεται: “Σουλτάνα μου”. Η Φαριέ: “Πήγαινε πίσω στη θέση σου! Πήγαινε στην πέτρινη αυλή! (εκεί που κοιμούνται οι παλλακίδες). Αλλά η Χιουρρέμ γυρίζει. Ρωτάει τη Φαριέ τί συμβαίνει. Μία από τις παλλακίδες λέει: “Σουλτάνα μου, πάει καιρός που επιθυμούμε να σας μιλήσουμε, αλλά η Φαριέ Χατούν δε μας αφήνει”. Η Χιουρρέμ ρωτάει τί συνέβη και μια άλλη παλλακίδα απαντάει: “Ήρθαν κάποιες κουβέντες και σύμφωνα με αυτές, πληρώσατε τις δικές σας παλλακίδες τους μισθούς τους και επιπλέον κάτι έξτρα”. Μια άλλη παλλακίδα προσθέτει: “Ποιό είναι το έγκλημά μας, Σουλτάνα μου; Θέλουμε και εμείς”. Η Αφιφέ Χατούν φτάνει και η Χιουρρέμ της κάνει νόημα. Η Αφιφέ προειδοποιεί τις κοπέλες να μην ακούνε το κουτσομπολιό και ότι πρέπει να επιστρέψουν στις θέσεις τους!” Η Χιουρρέμ τους αφήνει να φύγουν, όταν μια από τις παλλακίδες λέει: “Συγχωρέστε με, αλλά δεν έχουμε άλλη υπομονή”. Η χιουρρέμ ξαφνιάζεται και γυρίζει. Λέει στην Αφιφέ να πάει τις κοπέλες για βεργιές στις πατούσες και μετά από αυτό να τις βάλει στο μπουντρούμι για λίγο, ώστε να δουν τί συμβαίνει σε αυτές που επαναστατούν. Η Χιουρρέμ απομακρύνεται θυμωμένη.

    Στην επόμενη σκηνή, τα κορίτσια τιμωρούνται με τις βεργιές καθώς οι άλλες παλλακίδες παρακολουθούν. Η Αφιφέ λέει στους αγάδες ότι είναι αρκετό αυτό και να τις πάνε στα μπουντρούμια. Στο διάδρομο βλέπουμε τις παλλακίδες να απομακρύνονται και μετά την Νιγκάρ και μια παλλακίδα να παρακολουθεί από μια γωνία. Η Νιγκάρ γυρίζει στην παλλακίδα και λέει: “Ωραία δουλειά χατούν, η Σαχ Σουλτάνα είναι πολύ ευχαριστημένη με την υπηρεσία σου”. Η παλλακίδα εκφράζει την ευγνωμοσύνη της για την Σαχ και ρωτάει αν η δουλειά της τελείωσε, αλλά η Νιγκάρ απαντάει ότι μόλις άρχισε και ζητάει από την παλλακίδα να συνεχίσει να ρίχνει λάδι στη φωτιά. Μετά την πληρώνει και η παλλακίδα εύχεται για την Σαχ Σουλτάνα.

    Στη Μάνισα, το πρωΐ, ο Γιαχιά είναι στο δωμάτιο του Μουσταφά και κοιτάζει ένα χάρτι. Λέει στον Μουσταφά ότι: “Καθώς ο στολος είναι μακριά, οι Πορτογάλλοι έχουν αρπάξει την ευκαιρία και κάνουν ό,τι θέλουν στη Μεσόγειο. Καθώς ο Χαντίμ Σουλεϊμάν πασάς πήγε στην εκστρατεία στην Ινδία, είδαν την ευκαιρία και όχι μόνο επιτίθενται στα πλοία μας, αλλά και στα παράλια χωριά”. Ο Μουσταφά: “Δεν είναι βέβαια καινούριο αυτό. Χρονια τώρα έχουμε τέτοια προβλήματα. Είδικά στην Αλάνυα και τις γύρω περιοχές”. Ο Γιαχιά: “Οι κυβερνήτες ειναι επίσης αβοήθητοι. Πρέπει να βρούμε μια λύση στο πρόβλημα”. Ο Μουσταφά λέει: “Υπάρχει λύση, Τασλικαλί… το ναυπηγείο της Αλάνυας… ποιά είναι η κατάστασή του; έχεις πληροφορίες;”. Ο Γιαχιά: “Για πολλά χρονια, είναι έτσι… γιατί ρωτάτε;”. Ο Μουσταφά: “Θα το αναβιώσουμε… ένας δυνατός στόλος στην περιοχή είναι απαραίτητος”.

    Ο Γιαχιά συμφωνεί μαζί του αλλά λέει ότι πρέπει να μοιραστούν την ιδέα τους με το Σουλτάνο. Εκείνη την ώρα μπαίνει η Ρουμέυσα με ένα δίσκο. Ο Μουσταφά λέει στον Γιαχιά να ετοιμάσει πληροφορίες για το ναυπηγείο και ότι επιθυμεί να γράψει στο σουλτάνο αμέσως γι’αυτό. Ο Γιαχιά λέει ότι θα φύγει αν δεν υπάρχει τίποτε άλλο και φεύγει. Ο Μουσταφά ζητάει νερό από τη Ρουμέυσα. Κοιτάζουν ο ένας τον άλλο κρυφά.

    Στο μεταξύ, η Μαχιντεβράν ρωτάει την Αϋσέ πώς ειναι η Νεργκίς Σαχ και αν την φροντίζει καλά. Η Αϋσέ λέει ότι τη φροντίζει φυσικά και ότι είναι καλά, δόξα τω Θεό. Έπειτα, η Μαχιντεβράν παρατηρεί ότι κάτι συμβαίνει με την Αϋσέ και την ρωτάει γιατί δεν χαμογελάει άλλο και αν υπάρχει πρόβλημα. Η Αϋσέ λέει ότι δε θα τολμούσε να έχει πρόβλημα και ότι πρέπει να φύγει και να πάει να ταϊσει την κόρη της. Όταν φεύγει η Μαχιντεβράν ρωτάει ποιό είναι το πρόβλημα με την Αϋσέ και η Φιντάν λέει ότι ο Μουσταφά δεν την καλεί ποτέ… ούτε τις Πέμπτες τα βράδια…. Η Μαχιντεβράν ρωτάει ποιό είναι το πρόβλημα και η Φιντάν λέει ότι όπως διέταξε η Μαχιντεβράν, αυτή (η Φιντάν) στέλνει διάφορες παλλακίδες στον Μουσταφά. Η Μαχιντεβράν χαμογελάει αλλά λέει ότι όπως και να έχει, η Φιντάν δεν έχει καταφέρει να στείλει μια παλλακίδα που θα κάνει γιο για τον Μουσταφά!”

    Την ίδια ώρα, η Ρουμέυσα περιμένει το Μουσταφά να πιει το νερό και μετά αυτός γυρίζει και την πλησιάζει λέγοντας: “Ρουμέυσα, γιατι αποφάσισες να μείνεις εδώ ενώ μπορούσες να είναι ελεύθερη και πλούσια μαζι με την αδελφή σου την Γκαμπριέλα;”. Η Ρουμέυσα λέει: “Σας είπα Ηγεμόνα μου, είμαι ευτυχισμένη στο χαρέμι σας”. Ο Μουσταφάς λέει: “Το βλέπω χατούν, αλλά πάλι, λέω αν το μετανιώσεις αργότερα, πες μου…. Θα σε ελευθερώσω και θα σε στειλω στην αδελφή σου..”. Η Ρουμέυσα λέει: “Αυτό είναι αδύνατο, Ηγεμόνα μου, μόνο όταν πεθάνω θα φύγω”. Έπειτα αποχωρεί.

    Έξω από το διάδρομο, χαμογελά όταν βλέπει τη Φιντάν, η οποία τη ρωτάει τί κάνει. Η Ρουμέυσα απαντά ότι αναπλήρωνε ένα άρρωστο κορίτσι και η Φιντάν της λέει να βιαστεί και να πάει να ετοιμάσει το φαγητό της Μαχιντεβράν. Η Ρουμέυσα λέει φυσικά και θα πάει, θυμωμένα και η Φιντάν της απαντάει να προσέχει το τόνο της φωνής της καθώς δεν είναι σημαντικό από που έρχεται ή ποιά οικογένεια… και ότι όλοι είναι σκλάβοι του Ηγεμόνα Μουσταφά. Η Ρουμέυσα της λέει να μην ανησυχεί και ότι είναι χαρούμενη με την κατάστασή της. Αυτή μαλλώνει τη Ρουμέυσα και της λέει να πηγαινει.

    Στο δωμάτιό της, η Χατιτζέ προσεύχεται την προσευχή που της έδωσε η γυναίκα, όσο είναι ξαπλωμένη. Κάτω στο κυρίως χώρο, βλέπουμε την Εσμαχάν, όταν μπαίνει η μητέρα της: “Εσμαχάν… Η Χατιτζε δεν είναι εδώ;”. Η Εσμαχάν απαντάει ότι είναι στο δωμάτιό της. Η Σαχ και η Εσμαχάν κάθονται. Η Σαχ λέει στην κόρη της ότι πρέπει να έχει το νου της στην Χαττιζε. Ότι η σιωπή δεν είναι καλό σημάδι…. Η Εσμαχάν απαντάει: “Ελπίζω κάποια στιγμή να σκεφτόσασταν και εμένα”. Η Σαχ ρωτάει τί σημαίνει αυτό και η Εσμαχάν απαντάει: “Η Χιουρρέμ Σουλτάνα εμπόδισε το γάμο μου με τον Μαλκοτσόγλου. Θα σιωπήσετε σε αυτό;”. Η Σαχ απαντάει: “Δεν είχε να κάνει με τη Χιουρρέμ, Εσμαχάν, ο Εξοχότατός μας δεν το είδε σωστό”.

    Στο μεταξύ, στο χαρέμι του παλατιού βλέπουμε μέσα από την κουρτίνα τις παλλακίδες να κοιμούνται. Η παλλακίδα που πλήρωσε η Νιγκάρ ανοίγει τα μάτια της και βγάζει ένα χατζάρι από το κρεβάτι της. Περπατάει σε μια από τις παλλακίδες που τιμωρήθηκαν νωρίτερα με βεργές στις πατούσες, αρπάζει το λαιμό της και τον κόβει.

    Στην επόμενη σκηνή, ο Σεκέρ αγάς και ο Σουμπούλ χαλαρώνουν. Ο Σεκέρ λέει: “Τί θα συμβεί με την κατάστασή μας;” ο Σουμπούλ λέει: “Ποιά κατάσταση;”. Ο Σεκέρα απαντάει: “Τις γυναίκες, τους αγάδες… Όλοι λένε ότι δεν έχουν χρήματα. Είμαι στην ίδια κατάσταση”. Ο Σουμπούλ: “Μόνο εσύ μας έμεινες!”. Συζητούν πώς ο Μερτζάν αγάς κατέστρεψε τις ζωές τους και τις συνήθειές τους. Ο Σουμπούλ λέει: “Μη λες το όνομα του διαβόλου! Ορκίζομαι, με βρίσκει στα όνειρά μου κάθε βράδυ”. Ο Σουμπούλ λέει ότι αύριο είναι μεγάλι μέρα καθώς βρήκαν χρήματα και θα δώσουν όλους τους μισθούς που χρωστάνε.

    Ο Σουμπούλ τότε ακούει μια από τις παλλακίδες να ουρλιάζουν και πάει να δει. Βλέπει ότι η παλλακίδα δολοφονήθηκε. Η Φαριέ ξυπνάει τη Χιουρρέμ Σουλτάνα που πάει να ελέγξει την κατάσταση. Η Αφιφέ: “Η Σελβιέ Χατούν βρέθηκε με το λαιμό κομμένο…” η Χιουρρέμ: “Αυτή η γυναίκα…”. Ο Μερτζάν: “Είναι μία από τις γυναίκες που χτυπήθηκαν στο πρωϊ και στειλαμε φυλακή”. Η Χιουρρέμ: “Βρίτε ποιός το έκανε, θα τον τιμωρήσω με τα ίδια μου τα χέρια!”. Ο Σουμπούλ: “Κορίτσια μιλήστε, πείτε ό,τι ξέρετε για το θέμα αυτό… Μία απο εσάς πρέπει να ξέρει κάτι!”. Η Χιουρρέμ: “Ο δολοφόνος είναι ανάμεσά σας…. Αφιφέ, εσύ Σουμπούλ και Μερτζάν ανακρίνετε τους πάντες! Αν ο δολοφόνος δεν βρεθεί ως το πρωΐ, θα διωχτείτε από το παλάτι όλοι σας!!!”

    Η επόμενη σκηνή δείχνει τη Χατιτζε να ονειρεύεται. Βλέπει μια μυστηριώδη φιγούρα να μπαίνει στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να κουνήσει το σώμα της. Η φιγούρα λέει: “Χατιτζέ, μη φοβάσαι… πάρε ανάσα! Ρώτα με ό,τι θέλεις να ξέρεις!” Η Χατιτζε: “Πού είναι ο τάφος του Ιμπραήμς”. Η φιγούρα βάζει το χέρι της στο πρόσωπο της Χατιτζε και η Χατιτζέ σηκώνεται και την ακολουθεί. Βλέπουμε ένα φως και η Χατιτζέ βρίσκεται σε ένα δάσος. Συνεχίζει να ακολουθεί τη φιγούρα. Μετά βλέπει η φιγούρα να γονατίζει και η Χατιτζε ξαφνικά ξυπνάει πλάι στη Σαχ. Η Σαχ: “Είσαι εντάξει;”. Η Χατιτζε: “Μια χαρά, απλά είδα εφιάλτη”.

    Πίσω στο παλάτι, ο Σουμπούλ και η Αφιφέ μπαίνουν στο δωμάτιο της Χιουρρέμ και ισχυρίζονται ότι έχουν εντοπίσει την δολοφόνο, που έκρυψε το χατζάρι κάτω από το κρεβάτι της. Η γυναίκα οδηγειται μπροστά και ζητάει συγχώρεση, λέγοντας: “Εγώ μόνο να πιω νερό σηκώθηκα. Ο Σουμπούλ αγάς με είδε επίσης. Σας ορκίζομαι δεν το έκανα”. Η Χιουρρέμ: “Το ξέρω…. Είναι προφανές ότι διάλεξαν εσένα να σε θυσιάσουν. Βλέπεις, Αφιφέ πώς στήνουν παγιδες εναντίον μου;”. Η Χιουρρέμ μετά δίνει εντολή να εκτελέσουν τη γυναίκα που ικετεύει. Η Χιουρρέμ: “Μη φοβάσαι χατούν… στείλτην μυστικά στο σπίτι μου στο Τεπετσίκ και φροντισε γι’αυτή. Αλλά όλοι θα νομίζουν ότι είναι νεκρή”.

    Το επόμενο πρωϊ, ο Σουλεϊμάν φαινεται να απευθύνεται στον Στεφάν. Αναφέρει ότι εξαιτίας της προδοσίας, ο χρυσός και τα κοσμήματα στο Σουτζεαβα παλάτι έχουν γινει κτήμα του Οθωμανικού ταμείου. Ο Σουλεϊμάν: “Ο αδελφός σου έφυγε αλλά θα τον κυνηγήσουμε ώσπου να τον πιάσουμε… Στέφαν, σε διορίζω κυβερνήτη της Μπογδάνης, για την πίστη σου”. Ο Στέφαν: ‘Με κάνετε πολύ χαρούμενο, εξοχότατε. Η Μπογδάνη είναι στην υπηρεσία σας. Θα υπακούσουμε σε όποια εντολή σας”. Ο Σουλεϊμάν: “Οι πασάδες μου ετοίμασαν τη συμφωνία. Εσύ πρέπει να την υπογράψεις”. Ο Λουφτή: “στην υπηρεσία του κυβερνήτη θα είναι 500 γενίτσαροι να κρατούν ειρήνη. Ο κυβερνήτης θα έρχεται στην Πόλη κάθε δύο χρόνια να πληρώνει τους φόρους και να επιβεβαιώνει την πίστη του. Το κάστρο Κιλι που κάηκε από τον επαναστάτικό κυβερνήτη θα επισκευαστει και το Ακ Κιρμάν κάστρο θα δυναμωθεί. Η Νότια Μπεσσαραβία έχει γίνει κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορία”. Ο Σουλεϊμάν: “Θα πεις στους αριστοκράτες ότι υπόγραψες αυτή τη συμφωνία ως νέος κυβερνήτης και να τους πεις ότι ο Σουλεϊμάν Νομοθέτης τους έχει συγχωρήσει’

    Στην επόμενη σκηνή, ένας στρατιώτης πλησιάζει το Ρουστέμ Πασά και του φέρνει γράμματα για το Σουλτάνο, ανάμεσά τους και αυτό του Μουσταφά. Ο Ρουστέμ το κρατάει.

    Πίσω στη Μάνισα, ο Γιαχιά παρουσιάζει στον Μουσταφά μια αναφορά για όλα όσα πρέπει να γίνουν για την αναβίωση του ναυπηγείου. Η Μαχιντεβράν ρωτάει για το ναυπηγείο και ο Μουσταφά λέει ότι διέταξε να αναβιωθεί το ναυπηγείο στην Αλάνυα. Η Μαχιντεβράν: “Από πού ήρθε αυτό; Το ξέρει ο εξοχότατος;”. Ο Μουσταφά λέει ότι του έστειλε γράμμα να τον ενημερώσει και μετά λέει στον Γιαχιά να ετοιμάσει όλες τις προμήθειες και να της στείλει στην Αλάνυα. Η Μαχιντεβράν ρωτάει αν απάντησε ο Εξοχότατος και ο Μουσταφά λέει όχι. Η Μαχιντεβράν: “Μην ξεχνάς ότι είναι απαγορευμένο για ένα Ηγεμόνα να φτιάξει και να χρησιμοποιήσει στολο”. Ο Μουσταφά: “Αυτός ο στόλος ειναι απλά μια προφύλαξη για την περιοχή και θα δοθεί στον κοντινότερο κυβερνήτη”. Η Μαχιντεβράν τον προειδοποιεί για μια τελική αποδοχή από τον Εξοχότατο και του θυμιζει ότι η Χιουρρέμ και ο Ρουστέμ του είχαν ετοιμάσει παγίδα στο παρελθόν. Ο Μουσταφά: “Θα ζησω τη ζωή μου με το φόβο τους; Μην ξεχνάς ότι έχω το αίμα του Πορθητή σουλτάνου και σίγουρα δεν θα σκύψω σε κανένα”.

    Ο Ρουστέμ φαινεται να καίει το γράμμα του Μουσταφά.

    Στο Χας Μπαχτσέ, η Χιουρρέμ λέει στην Μιχριμά: “Μην ανησυχείς, όλοι θα πάρουν τα λεφτά τους μέχρι δεκάρας”. Η Μιχριμά: “Επιτέλους, ο Σουμπούλ αγάς δε με έχει αφήσει να φύγω από το δωμάτιό μου από το φόβο της επανάστασης… Ποιοί είναι η εχθροί; Η Χατιτζε και η Σαχ Σουλτάνες;”. Η Χιουρρέμ: “Ο πραγματικός εχθρός δεν έχει δείξει το πρόσωπό του ακόμη… η Μαχιντεβράν…”. Η Μιχριμά: “Δεν έχει δύναμη, πώς μπορει;”. Η Χιουρρέμ: “Όπως ο δικός μου μεγαλύτερος θησαυρός είσαι εσύ και τα αδέλφια σου. Έτσι και εκείνη έχει ένα θησαυρό που παίρνει το θάρρος και τη δύναμή της από αυτόν…”. Η Μιχριμά: “Ο Ηγεμόνας Μουσταφά”

    Πίσω στη Μάνισα, η Μαχιντεβράν λέει: “Λιοντάρι μου, είσαι θυμωμένος μαζι μου αλλά θέλω να προσέχεις. Είσαι η μόνη ελπίδα της δυναστείας”. Ο Μουσταφά: “Όσο είμαι καλά και ζωντανός, η Χιουρρέμ Σουλτάνα δε θα έχει ησυχία”. Η Μαχιντεβράν: “Αυτό είναι το σοβαρό θέμα…. Η Χιουρρέμ Σουλτάνα δε θέλει να ζήσεις! Βλέπει κάθε ανάσα σου σαν απειλή στα παιδιά της”
    B’Μέρος

    Η Μαχιντεβράν λέει στο Μουσταφά: “Η Χιουρρέμ σε βλέπει ως απειλή στα δικά της παιδιά και γι’αυτό θα χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία να σου επιτεθεί”. Ο Μουσταφά γυρίζει και ααπαντά: “Σας ζητώ να σας διαβεβαιώσω, Βαλιντέ μου. Αν κάνει κάτι, δε θα το δεχτώ ήσυχα. Θα πάρει την απάντησή της από εμένα. Και επιπλέον, στη γλώσσα που μιλάει”. Η Μαχιντεβράν λέει ότι όχι, δε θα έπρεπε απλά να της δώσει την ευκαιρία και ότι θα την τακτοποιήσει. Ο Μουσταφά την ρωτάει τί εννοεί και λέει ότι ό,τι θα έπρεπε να κάνει και θα έκανε κάθε μητέρα Ηγεμόνα, ότι θα τον προστατεύσει και ότι για χάρη του, θα δεχτεί ευχάριστα να καεί στις φωτιές της κόλασης.

    Στο μεταξύ, η Χιουρρέμ μιλάει στην Μιχριμά: “Έχουν βρει την ευκαρία με την απουσία του πατέρα σου… αν μποροούσαν, θα με έπνιγαν και εμένα και τα αδέλφια σου σε μια κουταλιά νερό”. Η Μιχριμά απαντάει ότι δεν πιστεύει ότι ο αδελφός της θα έπαιρνε μέρος σε τέτοιες πράξεις. Λέει: “μας αγαπάει, είναι πιστός στα αδέλφια του”. Η Χιουρρέμ λέει: “Αλήθεια, αλλά όταν υπάρχουν τόσοι εχθροί γύρω μας, θα είναι πολύ δύσκολο γι’αυτόν να αντέξει. Να είσαι σίγουρη ότι μια μέρα, θα έρθει μπροστά σου ως εχθρός” Τότε, πλησιάζει ένας αγάς και λέει στην Χιουρρέμ ότι η Βενετή γυναίκα, η Σινιόρα Πόρτια έχει φτάσει. Η Χιουρρέμ του λέει ότι θα έρθει. Τότε η Χιουρρεμ γυρίζει στη Μιχριμά και της λέει ότι πρέπει να είναι προσεκτικοί. Ενάντια σε όλα να είναι προσεκτικοί…. Και ρωτάει αν καταλαβαίνει. Η Μιχριμά λέει ότι γνωρίζει τα πάντα και ότι θέλει να βοηθήσει τη μητέρα της αλλά δεν την αφήνει. Η Χιουρρέμ λέει ότι ξέρει και ότι ο λόγος γι’αυτό είναι ότι δεν θέλει να πάθει τίποτα. Αλλά και μόνο ότι η Μιχριμά είναι με το μέρος της, της δίνει δύναμη. “Είσαι μια Σουλτάνα και επιπλέον μια Σουλτάνα εκ γενετής. Η ψυχή της ψυχής του Εξοχότατού μας, το αίμα του αίματός του… ούτε η Σαχ Σουλτάνα, ούτε η Χατιτζέ Σουλτάνα, κανείς δεν είναι πιο ισχυρός από εσένα. Θέλω να βλέπεις ό,τι δεν βλέπω, να ακούς ό,τι δεν ακούω και τα πράγματα που δεν λέω, να τα λες, να τα λες ώστε όταν παλεύω για τα αδέλφια σου, να μη χρειάζεται να κοιτάζω πίσω μου”. Η Μιχριμά λέει να μη στενοχωριέται, ότι ήδη της έδωσε μια υπόσχεση νωρίτερα, θα είναι πάντα με το μέρος των αδελφών της και να μη το αμφισβητεί ποτέ αυτό. Θα τους φροντίσει σαν την ίδια της τη ζωή. Η Χιουρρέμ: “Αυτή είναι η Σουλτάνα μου! Ας πάμε πάλι στο Παλάτι”.

    Στο παλάτι, οι παλλακίδες παίρνουν το μισθό τους και η Φαριέ τους λέει ότι βλέπουν πως η Χιουρρέμ Σουλτάνα έκανε ό,τι είπε. Ο Μερτζάν ρωτάει πού είναι ο Σουμπούλ και από πού ήρθαν τα χρήματα. Η Φαριέ λέει ότι δεν γνωρίζει. Η σοφία της Χιουρρέμ Σουλτάνας δε μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο Μερτζάν χαμογελάει με σαρκασμό. Οι παλλακίδα που σκότωσε το κορίτσι ρωτάει τη Φαριέ πού πήγε η δολοφόνος. Η Φαριέ της λέει ότι εκτελέστηκε και τη μαλλώνει που ρώτησε. Της λέει να πάρει τα χρήματα και να προχωράει. Τότε, ο Σουμπούλ περνάει με μια γυναίκα και την Ρακέλ Χατούν και ο Μερτζαν κοιτάζει καχύποπτα.

    Στο δωμάτιο της Χιουρρέμ, η Ρακέλ συστήνει τη Σινιόρα Πόρτια και η Χιουρρέμ τη χαιρετάει. Η Πόρτια λέει στην Χιουρρέμ ότι όπως κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο, ήταν περίεργη γι’αυτή και ότι είναι ακόμη πιο όμορφη από ό,τι λέει ο κόσμος. Η Χιουρρέμ δείχνει ντροπαλή και ο Σουμπούλ παρουσιάζει το έγγραφο του δανείου που η Χιουρρέμ υπογράφει με την σφραγίδα της. Ευχαριστή την Πόρτια λέγοντας ότι σε τέτοια εποχή πολέμου, αυτά συμβαίνουν. Η Πόρτια απαντάει ότι είναι τιμή της να την υπηρετεί. Η Χιουρρέμ λέει ότι θα πληρώσει όσο πιο γρήγορα μπορεί και η Πόρτια λέει ότι όταν παραλάβει τα χρήματα θα επιστρέψει το έγγραφο.

    Στο χαρέμι, η πραγματική δολοφόνος ρωτάει την Φαριέ πού βρήκε η Χιουρρέμ τα λεφτά. Είναι αλήθεια ότι ήρθε από έμπορο; Η Φαριέ θυμώνει και η κοπέλα της απαντάει ότι ήταν απλά περίεργη, αλλά η Φαριέ ρωτάει ποιός της είπε να κάνει τέτοιες ερωτήσεις. Μετά λέει ότι από εδώ και στο εξής τα μάτια της θα είναι μαζι της. Το κορίτσι λέει ότι ρώτησε μόνο, αλλά η Φαριέ τη μαλλώνει. Η Αφιφέ λέει στα κορίτσια να πάνε στο χαμάμ. Έπειτα, η Αφιφέ δίνει στην Φαριέ ένα γράμμα για τη Χιουρρέμ από το Σουλτάνο. Η Φαριέ ρωτάει ποιό κορίτσι θα ήθελε να έχει την τιμή και οι κοπέλες προθυμοποιούνται….

    Αργότερα, στο δωμάτιο της Χιουρρέμ εκείνη είναι με τον Σουμπούλ και ο Σουμπούλ της λέει ότι ευτυχώς το ξεπέρασαν αυτό το θέμα. Η Χιουρρέμ του λέει να πουλήσει κάποια περιουσία στο όνομά του και να το κρατήσει μυστικό, ειδικά από τη Σαχ Σουλτάνα. Η Χιουρρέμ λέει ότι κάτι έχει η Σαχ στο μυαλό της, αλλά τί; Τότε μπαίνει μια παλλακίδα με το γράμμα του Σουλτάνου. Η Χιουρρέμ χαίρεται και ο Σουμπούλ το παίρνει από την παλλακίδα και το δίνει στην Χιουρρέμ και εκείνη κάνει νόημα να δώσει ο Σουμπούλ ένα δώρο στο κορίτσι. Η Χιουρρέμ τους λέει να την αφήσουν μόνη της και ανοίγει με αγωνία το γράμμα….

    Αγάπη μου με τα όμορφα μαλιά, τα τοξοτά φρίδια, αγάπη μου που τα μάτια σου φέρνουν αναστάτωση, Σουλτάνα, Βασίλισσά μου, Χιουρρέμ.

    Ο Θεός είναι μαρτυρας ότι αντί να δουλεύω με τους άπιστους, τη μυρωδιά του αίματος και της μπαρουτόσκονης, προσεύχομαι κάθε μέρα και νύχτα να μπορούσα να εισπνεύσω τα μαλλιά σου, που μυρίζουν ρόδα.

    Ευχαριστώ τον Παντοδύναμο Θεό που το γράμμα σου με έφτασε τόσο γρήγορα, σα θεόσταλτο. Ρώτησες για τον Βασιλιά σου, που έπεσε από το ροδαλό πρόσωπό σου. Εύχομαι να ειχες ρωτήσει για την Λέϊλα και τον Ματζνούν (μια διάσημη ιστορία αγάπης), τότε θα μάθαινες ότι είναι ευχαριστημένοι με την κατάστασή τους και θα θύμωνες και θα ντρεπόσουν με τον εαυτό σου που με αμφισβητήσες.

    Ευχαριστώ το Θεό που άλλο πρόβλημα εκτός από τη στέρηση της απουσίας σου ή στενοχώρια, δεν έχω….

    Ο Μεχμέτ και ο Σελίμ Χαν είναι καλά και υγιείς. Χάρηκαν όταν άκουσαν για τις προσευχές σου γι’αυτούς. Τα νέα που μου δίνεις για τον Μπεγιαζιντ, το Τζιχανγκίρ και τη Μιχριμά με κάνουν πολύ χαρούμενο. Όσο είσαι μαζι τους, δεν έχω να φοβάμαι κάτι.

    Σουλτάνα, Βασίλισσά μου, Χιουρρέμ μου με τα όμορφα μάτια, τα μεταξένια μαλλιά, λεπτέ, χαριτωμένε έρωτά μου. Αυτός, ο Μουχιμπί έχει αρρωστήσει από την αγάπη σου.

    Ω, γιατρειά στην καρδιά μου… ίσως μια γιατρειά θα φτάσει από τα χείλη σου…

    Στην επόμενη σκηνή, ο Τζελαλζάντε διαβάσει ένα γράμμα από τον Μπαρμπαρόσσα:

    Χαν των Χαν, εσύ που αποδίδεις τα στέμματα στους βασιλείς, η σκιά του Αλλάχ στη Γη, το κέντρο της Γης, Βασιλιά μου.

    Αντιμετωπίσαμε το μεγαλύτερο στόλο που έχω δει ποτέ, ή που έχω διαβάσει σε ιστορικά βιβλία. Αποτελείται από πλοία από την Ισπανία, Βενετία, Γένοβα, Βατικανό, Φλορεντία και Μάλτα, κάτω από την εντολή των δυνάμεων του Καρόλου.

    Ο εχθρός είχε περίπου 300 πλοία, 140 από τα οποία ήταν βαρειές τριήρεις. Εκτός από τους χιλιάδες άνδρες που ήταν στα κουπιά, είχαν και δύναμη επίσης άνω των 55 χιλιάδων. Εκεί που εγώ είχα 140 πλοία και 20 χιλιάδες άνδρες υπό τη διαταγή μου. Αν ήταν να συνέδεε κάποιος τις δυνάμεις των δύο πλευρών, έχοντας υπόψεις και τους κωπηλάτες, ήταν τουλάχιστον 120 χιλιάδες άνδρες, που είναι τέτοιο μέγεθος που παρόμοιό του δεν είχε ξαναειδωθεί ή ξανακουστει στις θάλασσες.

    Εξοχότατε, κάλεσα όλους τους καπετάνιους στην καμπίνα μου και τους συμβουλεύτηκα. Ο Σαλίχ και ο Τουρκούτ παρά το μεγάλο θάρρος τους, πρότειναν να μείνουμε κοντά στις ακτές ώσπου να φύγουν οι σταυροφόροι. Δεν δέχτηκα την γνώμη τους. Οι εχθροί είχαν περισσότερες δυνάμεις από εμάς αλλά δεν με ανησυχούσε αυτό, ήταν χάρη από τον Θεό. Το μόνο που με στενοχωρούσε ήταν ο άνεμος, γιατι αν δεν είχε σταματήσει, τα πλοία των εχθρών θα είχαν μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στα δικά μας…”

    Μπαρμπαρόσσα: “Χασσάν! Γράψε όσα χωρία μπορείς από το Άγιο μας Βιβλίο, το Κοράνι σε όσα χαρτιά μπορείς να βρεις και πέταξέ τα από τις πλευρές των πλοίων μας όσο προσεύχεσε στον Αλλάχ. Στείλε νέα σε όλα τα πλοία να κάνουν το ίδιο. Θα προσευχηθούμε στο θεό να σταματήσει τον άνεμο…”

    Ο Σταυροφόρος Ναύαρχος: “Ο Μπαρμπαρόσσα έκανε λάθος να έρθει κοντά μας. Θα τον καταστρέψουμε με τα πλεούμενα κάστρα μας!”. Ο Αντριά: “Θεού θέλοντος. Ο στόλος τους θα βυθιστεί στο πάτο της θάλασσας σήμερα!” Ο Μπαρμπαρόσσα: “Θέε μου, δώσε μας τη χάρη και το έλεός σου σήμερα. Επίτρεψέ μας να νικήσουμε τους άπιστους…”. Βλέπουμε κάθε ένα από τους Σταυροφόρους να φωνάζουν: “Ο άνεμος σταμάτησε! Ο άνεμος σταμάτησε!”

    Πίσω στο πλοίο του Μπαρμπαρόσσα, φωνάζει στους καπετάνιους του: “Ευχαριστώ το Θεό που άκουσε τις φωνές μας και εκπλήρωσε τις προσευχές μας! Στα κανόνια σας! Ανδρώστε τα κανόνια ώστε η Σταυροφορική δύναμη να νιώση την εκδίκηση του μεγάλου Ισλαμικού στρατού! Ο Θεός ειναι μεγάλος! Ο Θεός είναι μεγάλος!

    Το γράμμα στον Εξοχότατο συνεχίζει….:

    Είχα τον έλεγχο όλων των πλοίων μου. Αλλά, ο Αντρέα Ντόρια όχι μόνο δεν είχε έλεγχο των δυνάμεών του, αλλά δεν είχε καθόλου έλεγχο! Είχαμε επίσης το πλεονέκτημα να έχουμε πιο δυνατά κανόνια που έφταναν πιο μακριά από αυτά των εχθρών μας. Κράτησα τα πλοία μου μακριά να σιγουρέψουμε ότι δεν θα τα χτυπούσαν και οι καπετάνιοι των εχθρών τρελλαίνονταν, που δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα! Ήρθε μια στιγμή, όπου ο Ντόρια κατάλαβε ότι η κατάστασή του ήταν για γέλια και άρχισε να το σκάει! Αλλά ήταν πολύ αργά! Είχαμε ήδη σπάση το πίσω μέρος του εχθρικού στόλου! Τα πλοία μας ήταν πιο γρήγορα, πιο ευλύγιστα, έτσι τους φτάσαμε και τους χτυπήσαμε όσο μας ευχαριστούσε. Έδωσα στον Τουρκούτ Ρεΐς την διαταγή να ρίξει το τελειωτικό χτυπημα και καθώς ο εχθρός είχε κολλήσει ανάμεσα στις δυνάμεις μας, ο Ντορια ήταν αναγκασμένος να οπισθοχωρήσει τις δυνάμεις που του είχαν μείνει. Η επίθεση κράτησε μόνο από τη μεσημεριανή ως τη βραδινή προσευχή. Διέταξε όλα τα υπόλοιπα πλοία του να παραδοθούν και αυτή ήταν η τελευταία ντροπή τους, αλλά αφού είχε νυχτώσει λίγο μετά, κατάφερε να πάρει και να το σκάσει με τα υπόλοιπα πλοία του. Με την βοήθεια του Αλλάχ, κερδίσαμε τη νίκη στην Πρέβεζα. Ο κόσμος, ακόμη μια φορά γονάτισε στα πόδια μας.

    Ο Υπηρέτης σας,

    Χιζίρ Χαϋρεντίν”

    Ο Σουλεϊμάν: “Χασσάν Ρεΐ;, αυτά τα νέα που μου έστιλες πολύ με ευχαρίστησαν. Ζήτα μου ό,τι θέλεις”. Ο Χασσάν: “Το να φέρω τα νέα της νίκης του καπετάνιου Χιζίρ είναι το μεγαλύτερο δώρο για μένα, Εξοχότατε…”. Ο Σουλεϊμάν: “Πασάδες μου και Μπέηδές μου, με τη βοήθεια του Θεού, κερδίσαμε νίκη στους πολέμους που πολεμούσαμε σε τρία μέτωπα! Θα διαδώσουμε το όνομα του Αλλάχ από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Θα μεταφέρουμε τη σημαία του Ισλάμ, με τη βοήθεια του Θεού σε ψηλότερες κορυφές, χωρίς να πέσουμε σε αλλαζονεία και περηφάνεια”

    Πίσω στο δωμάτιο της Χιουρρεμ, ο Σουμπούλ λέει: “Σύμφωνα με τις διαταγές σας, τα κτήματα πουλήθηκαν και τα χρήματα είναι έτοιμα”. Χιουρρέμ: “Άριστα, ενημέρωσε την Πόρτια για αυτό ώστε να έρθει να παραλάβει τα χρήματά της”. Ο Σουμπούλ λέει ότι θα την ενημερώσει. Λέει επίσης ότι υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα, ότι ο Εξοχότατος έφτασε την Αδριανούπολη και ότι θα φτάσει στην Πόλη σε 10 μέρες. Η Χιουρρέμ ευχαριστεί το Θεό και λέει να ξεκινήσουν ετοιμασίες για να υποδεχτούν τον Εξοχότατο.

    Την ίδια ώρα, στο παλάτι της Χατιτζε, η Νιγκάρ περπατάει και αναφέρει ότι ο Μεχμέτ Μουχιντίν αγόρασε τη γη της Χιουρρέμ Σουλτάνας σύμφωνα με την εντολή της Σαχ Σουλτάνας. Η Σαχ: “Τέλειος συγχρονισμός. Κάνε ό,τι χρειάζεται για να μεταφερθούν…”. Η Νιγκάρ τότε φεύγει από το παλάτι. Σαχ: “Δεν θα επιτρέψω αυτή η γη να δοθεί αλλού”. Η Χατιτζε: “Ο Εξοχότατος είναι ήδη στην Αδριανούπολη και εσύ απασχολείσαι με τέτοια θέματα”. Η Σαχ: “Έχουμε κάνει τόση πρόοδο Χατιτζε, κάνε υπομονή. Η Χιουρρέμ θα βρει το τέλος της από τον Εξοχότατο”. Η Χατιτζέ: “Μην κάνεις όνειρα. Μπορεί να κυβερνά τρεις ηπείρους, αλλά δε μπορει να κάνει καλά μια γυναίκα”. Η Σαχ: “Έχω πάρει τις προφυλάξεις μου, μη φοβάσαι”.

    Πίσω στο δωμάτιο της Χιουρρέμ, η Πόρτια καλωσορίζεται στο δωμάτιο και η Χιουρρέμ της λέει ότι ο χρυσός είναι έτοιμος και μπορεί να τον πάρει και μπορει να επιστρέψει το έγγραφο στον Σουμπούλ. Η Πόρτια: “Σουλτάνα, πρέπει να έγινε ένα λάθος… δεν έχω το έγγραφο, το έστειλα σε σας. Ένας αγάς και μια καλφά ήρθαν 10 μέρες μετά τη συνάντησή μου μαζι σας και είπαν ότι τους στειλατε. Εξεπλάγην. Μου έδωσαν τα χρήματα και τους έδωσα το έγγραφο”.

    Η Χιουρρέμ φαινεται να περπατάει θυμωμένη στο παλάτι της Χατιτζε Σουλτάνας. Αντιμετωπίζει τη Σαχ λέγοντας “Έχεις κάτι δικό μου…”. Η Σαχ: “Δεν ξέρω για τί πράγμα μιλάς”. Χιουρρέμ: “Σταματήστε να παίζετε παιχνίδια, ξέρω ότι πληρώσατε το χρέος”. Σαχ: “Ως γυναίκα του Εξοχότατου, πηγαινεις να πάρεις δάνειο από μια Βενετή και μετά έρχεσαι και με αντιμετωπίζεις γι’αυτό το θέμα;;”. Χιουρρέμ: “Αυτό είναι δικό μου χρέος. Έχω έτοιμα τα χρήματα. Και είναι απλά μια έμπορος. Δεν έχει να κάνει με την πολιτική”. Σαχ: “Έπρεπε να την ερευνήσεις. Είναι από την οικογένεια του Αντρέα Γκρίττι. Είναι εχθροί!”. Η Χιουρρέμ: “Σας έφερα τα χρηματά σας, δώστε μου το έγγραφο…”. Σαχ: “Συγνώμη Χιουρρέμ. Αλλά καθυστέρησες. Θα εξηγήσω αυτό το θέμα στον Εξοχότατο, γιατί πρέπει να ξέρει πως δεν σεβάστηκες την τιμή της δυναστειας…”

    Στο παλάτι της Αδριανούπολης, ο Εμπού Σουούντ Εφέντη παραπονείται για τον Μασουκί: “Όπως ξέρετε, ο πατέρας του, ο Πιρί Αλί είναι ένας από εμάς, αλλά δυστυχώς ένας άντρας δεν μπορεί να διαλέξει το γιο του. Δεν μπορώ να πω τα πράγματα που λέει, λέει πράγματα που αρνούνται την ύπαρξη του Θεού. Μπερδεύει τον κόσμο!”. Σουλεϊμάν: “Γιατι το επιτρέπετε; Κάντε κάτι…”. Ο Εμπού Σουούντ: “Τον προειδοποίησα πολλές φορές. Είναι νέος, το αιμα του βράζει. Νομίζω ότι πρέπει να τον διώξουμε από την Πόλη. Δεν χρειάζεται άλλη προσοχή”. Ο Λουφτή: “Έχει δίκιο. Υπάρχουν άνθρωποι που τον ακολουθούν”. Ο Εμπού Σουούντ: “Θα τον προειδοποιήσω μια φορά και θα τον στειλω πίσω στην πατρίδα του”. Σουλεϊμάν: “Ας μιλήσουμε πάλι για αυτό, όταν θα πάμε πίσω στην πρωτεύουσα. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον πατέρα του”. Μπαίνει ο Μπαρμπαρόσσα και ο Σουλεϊμάν τον υποδέχεται: “Έστειλα μήνυμα σε όλες τις πλευρές τις αυτοκρατορίας. Όλοι μιλούν για τη νίκη σας!”

    Η συμμαχία των σταυροφόρων συζητόυν για αυτό που συνέβη με τον Μπαρμπαρόσσα. Οι Βενετοί: “Αν δεν είχες βάλει τον Ντορια ναύαρχο, τα πράγματα δεν θα είχαν εξελιχθεί έτσι. Δεν επιτέθηκε όταν ο άνεμος ήταν με τη πλευρά μας, και όταν ο άνεμος σταμάτησε, ο Μπαρμπαρόσσα μας επιτέθηκε ένα προς ένα”. Ο Αντρέα: “Αυτό θα συμβεί όταν δεν υπακούτε τις εντολές μου και κάνετε ό,τι νομίζετε!”. Οι Βενετοί: “Γι’αυτό το έσκασες;”. Ο Ανδρέα: “Νίκησα τον Μπαρμπαρόσα στην Τυνισία”. Οι Βενετοί: “Θα παινεύεσαι για το παρελθόν τώρα;”. Ο Κάρολος: “Οι Γάλλος Βασιλιάς πρέπει να χαίρεται. Ξεπούλησε τους σταυροφόρους για τα δικά του μικροσυμφέροντα! Δεν θα είχαμε αφήσει τη Μεσόγειο στους Τούρκους και τώρα ακόμη και αυτό, πάει!”. Ο Πάπας: “Η ιστορία δε θα συγχωρήσει αυτούς που πρόδωσαν την αποστολή του Ιησού!”

    Στο μεταξύ, κάποιοι αγάδες βάζουν το δώρο του Σουλτάνου, ένα καφτάνι στον Μπαρμπαρόσσα. Ο Σουλεϊμάν τον επαινεί, υμνώντας τις νίκες του και ονομάζοντάς τον Λιοντάρι της Θάλασσας και εύχεται αφού του έδωσε χαρά, να δώσει και ο Θεός σε εκείνον. Λέει επίσης ότι ό,τι χρειάζεται για τα πλοία του, τους στρατιώτες του, χρυσό, ό,τιδήποτε, να το πάρει.

    Στο μεταξύ, στη Μάνισα, η Μαχιντεβράν ρωτάει τη Φιντάν αν φροντίζει τις νέες παλλακίδες που έχουν έρθει. Η Φιντάν λέει ότι έχει το νου της και ό,τι χρειαζόταν να γίνει έγινε. Η Μαχιντεβράν μετά λέει στην Φιντάν: “Ετοίμασε κάποιο γλέντι για τον Ηγεμόνα, πάει καιρός που δεν έχει απολαύσει γλέντι”. Η Ρουμέυσα παρακολουθεί από τη γωνία. Η Μαχιντεβράν λέει στην Φιντάν: “Διάλεξε μόνο τις πιο ωραίες, μόνο τις ταλαντούχες. Πριν παρουσιαστούν στον Ηγεμόνα, θα ήθελα να τις δω”. Η Φιντάν: “Όπως επιθυμείτε”. Η Φιντάν φεύγει και η Ρουμέυσα χαμογελάει.

    Στο μεταξύ, ο Μουσταφά είναι στη Σύνοδό του. Ο Μουσταφά επαινεί τον Μπαρμπαρόσσα και ο Γιαχιά, χαμογελώντας λέει ότι ο Αντρέα Ντόρια το έσκασε και ο Μουσταφά χαμογελάει, λέγοντας ότι γιατί να μείνει ο Ντόρια όταν θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το θυμό του Εξοχότατου; Θα το έσκαγε φυσικά. Ο Λαλά επισημαίνει ότι ο Κάρολος είχε το νου της στην πρωτεύουσα και ότι θα πρέπει να έμαθε το μάθημά του μετά από αυτό. Ο Λαλά: “Ένα ακόμη θέμα Ηγεμόνα μου… Έχουν σταλεί προμήθειες στην Αλάνυα και το ναυπηγείο σύντομα θα αρχίσει να λειτουργεί”. Ο Μουσταφά: “Έξοχα”. Η Σύνοδος απολύεται και όλοι εκτός από τον Γιαχιά και τον Μουσταφά φεύγουν. Ο Γιαχιά πλησιάζει τον Μουσταφα και του λέει ότι όλοι έχουν την εντύπωση ότι ο Σουλτάνος γνωρίζει για την αναβίωση του ναυπηγείου της Αλάνυας. Ο Μουσταφά απαντάει ότι έχει στειλει μήνυμα στον Εξοχότατο έτσι και αλλιώς. Ο Γιαχιά απαντάει: “Ίσως είναι έτσι, αλλά ο Εξοχότατος δεν έχει γράψει απάντηση στο γράμμα σας ακόμη. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι”. Ο Μουσταφά λέει στο Γιαχιά να είναι βέβαιος ότι αν ο Εξοχότατος δεν ήθελε να συμβεί αυτό, θα τους είχε κάπως ειδοποιήσει ως τώρα.

    Η Φιντάν ρωτάει τον αγά αν όλα ειναι έτοιμα για το γλέντι. Ο Αγάς απαντάει ότι είναι, οι παλλακίδες ετοιμάζονται και το δωμάτιο του Ηγεμόνα επίσης. Η Φιντάν λέει στον αγά να πάει να το κοιτάξει και να βεβαιωθεί ότι δεν λείπει τίποτα και ότι εκείνη θα πάει να κοιτάξει τα κορίτσια. Η Φιντάν φτάνει στο κυρίως χαρέμι, όπου μένουν οι παλλακίδες και ρωτάει γιατι οι παλλακίδες δεν έχουν τελειώσει ακόμη. Μετά παρατηρεί ότι είναι έτοιμες. Η Φιντάν ρωτάει μια άλλη καλφά αν τους έδωσε οδηγίες για τους κανόνες που πρέπει να τηρήσουν. Η καλφά απαντάει ότι τους έδωσε και ξαφνικά εμφανίζεται η Ρουμέυσα ντιμένη. Η Φιντάν τη ρωτάει τί κάνει εκεί και γιατί είναι ντυμένη έτσι. Και η Ρουμέυσα απαντάει ότι η Μαχιντεβράν της ζήτησε να ετοιμαστει. Η Φιντάν ρωτάει γιατί δεν το ξέρει η ίδια, και η Ρουμέυσα απαντάει ότι δεν γνωρίζει, απλά της είπε να ετοιμαστει. Η Φιντάν λέει καλά και της λέει να πάει με τα άλλα κορίτσια. Μετά τους λέει ότι δεν τυχαινει σε κάθε κοπέλα η ευκαιρία να κάνουν τον Ηγεμόνα ευτυχισμένο. Τις συμβουλεύει να ενεργήσουν μόνο με σεβασμό. Αργότερα τα κορίτσια χορεύουν και η Ρουμέυσα προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του ηγεμόνα.

    Την ίδια ώρα, η Μαχιντεβράν παίζει με την Νεργκίς Σαχ όταν λέει: “Όο, νυστάζεις!” Δίνει το μωρό στην παλλακίδα της Αϋσέ και γυρίζει και λέει: “Αϋσέ, πήγαινε και εσύ με τη μικρή μας σουλτάνα”. Αλλά η Αϋσέ ειναι χαμένη στη σκέψη της. Η Μαχιντεβράν ρωτάει πού είναι το μυαλό της, δεν ακούει πού της μιλάει; Τότε, η Αϋσέ ζητάει συγχώρεση. Η Φιντάν μπαίνει και η Μαχιντεβράν τη ρωτάει πώς πάει το γλέντι και η Φιντάν λέει να μην ανησυχεί, ότι οι παλλακίδες χορεύουν έτσι ώστε ο Ηγεμόνας δείχνει πολύ χαρούμενος. Η Μαχιντεβράν χαμογελάει και ρωτάει πού είναι η Ρουμέυσα. Η Φιντάν λέει ότι είναι με τα άλλα κορίτσια και χορεύει. Η Μαχιντεβράν τη ρωτάει αν την έστειλε, αλλά η Φιντάν λέει όχι, στην πραγματικότητα, η Ρουμέυσα είπε ότι την έστειλε εκείνη. Η Μαχιντεβράν λέει: “Κοίτα τη… πώς το έπαιξε!”. Η Φιντάν λέει ότι θα πάει να την πάρει αμέσως και θα την τακτοποιήσει αλλά η Μαχιντεβράν λέει “όχι, άστην, αφού ήθελε να πάει άστην. Είναι εδώ όπως οι άλλες παλλακίδες, για να τον κάνουν ευτυχισμένο”

    Στο δωμάτιο του Μουσταφά, ο χορός τελειώνει και παρόλο που ο Μουσταφά κοιτάζει τη Ρουμέυσα, συγκρατει ένα χαμόγελο. Όταν φεύγουν τα κορίτσια, η Ρουμέυσα δείχνει χαρούμενη. Η Φιντάν την πλησιάζει και της λέει ότι είπε ψέματα και ότι κάνει συνέχεια περίεργα πράγματα. Μετά ρωτάει ‘ή είναι επειδή είσαι ερωτευμένη;’ (το λέει σαρκαστικά) αλλά όταν η Ρουμέυσα χαμογελάει, η Φιντάν λέει: “Γι’αυτό δεν πήγες με τη Σινιόρα, έμεινες με τον Ηγεμόνα”. Έπειτα λέει: “Πώς τολμάς! Ποιά είσαι εσύ να γίνεις φαβορί του Ηγεμόνα!” Η Ρουμέυσα συνεχίζει να χαμογελάει και η Φιντάν συνεχίζει: “Να είσαι ευχαριστημένη που υπηρετείς την Σουλτάνα μας”. Η Ρουμέυσα μιλάει: “Όχι μόνο θα ειμαι φαβορί Φιντάν Χατούν! Θα γίνω μητέρα του γιου του!”. Τότε, ένας αγάς πλησιάζει. Λέει στην Φιντάν ότι ο Ηγεμόνας ζητησε να ετοιμαστεί η γυναίκα που διάλεξε. Η Φιντάν ρωτάει ποιά γυναίκα; Η Ρουμέυσα χαμογελάει, ώσπου ακούει το όνομα: “Ζελιχέ Χατούν”. Η Φιντάν γυρίζει προς τη Ρουμέυσα και λέει ύπουλα ότι τα κόλπα της δεν έπιασαν και ότι πρέπει να ξέρει τη θέση και τα όριά της. Μετά της λέει να πάει στο χαμάμ να πλυθεί και να βγάλει αυτά τα ρούχα, να φορέσει τα κανονικά της ρούχα και να συνέλθει. Προσθέτει: “Και μην τολμήσεις να μου ξαναπείς ψέματα!”. Η Φιντάν γυρίζει στον Αγά και του λέει να ετοιμάσει την Ζέλιχα Χατούν.

    Στο δωμάτιο της Χιουρρεμ, η Χιουρρέμ μιλάει με τον Σουμπούλ και τη Φαριέ. Τους λέει ότι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να πάρουν το έγγραφο από τη Σαχ Σουλτάνα αλλιώς δεν θα μπορούν να σωθούν. Ο Σουμπούλ ρωτάει: “Πώς; η Σαχ Σουλτάνα θα το φυλάει σαν τα μάτια της. Δεν μπορούμε να μπούμε στο παλάτι της!”. Η Χιουρρέμ ρωτάει: “Με ποιού το μέρος είσαι, Σουμπούλ αγά;”. Ο Σουμπούλ λέει: “Φυσικά με το δικό σας, αλλά η κατάσταση είναι εμφανής… είναι απλά η ταπεινή μου άποψη. Πρέπει να δούμε τί θα κάνουμε από εδώ και στο εξής… γιατί ο Εξοχότατός μας θα το μάθει!”. Η Χιουρρέμ ρωτάει τη Φαριέ τί νομίζει. Η Φαριέ απαντάει ότι ο Σουμπούλ έχει δίκιο και ότι δεν μπορούν να μπουν στο παλάτι. Αν η Σαχ Σουλτάνα ήταν να φύγει, τότε θα ήταν δυνατόν. Η Χιουρρέμ ρωτάει πώς και η Φιντάν λέει: “Ή θα δώσει το έγγραφο, ή τη ζωή της. Ποιό νομίζετε ότι θα διαλέξει;”. Ο Σουμπούλ λέει ότι δεν μπορούν να το κάνουν αυτό σε μια σουλτάνα… ότι αυτή τη φορά θα καούν όλοι για κάτι τέτοιο. Η Χιουρρέμ λέει ότι έχουν μία ή δύο μέρες για να δουν τί θα κάνουν.

    Πίσω στο παλάτι της Χατιτζε, η Σαχ και η Γκιουλφέμ συζητούν για την Χιουρρέμ. Η Γκιουλφέμ λέει: “Ελπίζω να μην της το είπατε. Θα κάνει και μπορει να κάνει πια τα πάντα. Ξεχνάτε τί έκανε στην Χατιτζέ Σουλτάνα;”. Η Σαχ απαντάει: “Δεν το ξέχασα, πώς θα μπορούσε;”. Η Σαχ τη διαβεβαιώνει ότι έχει σκεφτεί όλες τις πιθανότητες και ότι αύριο θα φύγει και θα πάει στην Αδριανούπολη. Θα ενημερώσει προσωπικά τον Σουλτάνο. Η Γκιουλφέμ πιστεύει ότι είναι καλό και μετά πείθει την Γκιουλφέμ η Σαχ να πάει μαζι της λέγοντας ότι θα έχει φρέσκο αέρα γι’αυτήν. Όταν η Σαχ αναφέρει το ζητημα της Χατιτζέ και ότι ανησυχεί για εκείνη, η Σαχ λέει ότι θα λάβει τα μέτρα της. Μετά συζητούν τον Χουσρέβ Πασά και πώς θα την πείσουν να παντρευτεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, αλλά η Σαχ λέει ότι είναι αλήθεια αλλά ανησυχεί για το ότι λέει τρελλά πράγματα… λέει ότι ανησυχεί ότι η Χατιτζέ θα αυτοκτονήσει.

    Την ίδια ώρα, σε ένα από τα όνειρά της, η Χατιτζέ βλέπει ένα πρόσωπο με κουκούλα να προσκυνάει ένα τάφο και μετά η φιγούρα σηκώνεται και γυρίζει το πρόσωπό της. Η Χατιτζέ βλέπει το πρόσωπο της Νιγκάρ. Ξυπνάει ξαφνικά και μονολογεί: “Νιγκάρ! Αυτό σημαινει ότι ήξερες!”

    Αργότερα τη νύχτα, η Φαριέ μπαίνει στο δωμάτιο της Χιουρρέμ. Η Φαριέ λέει στην Χιουρρέμ ότι μόλις είδε την Γκιουλφέμ να μιλάει στην Αφιφέ και να λέει ότι θα φύγει. Η Χιουρρέμ ρωτάει πού και η Φαριέ λέει ότι η Γκιουλφέμ ανέφερε την Αδριανούπολη και ότι θα πηγαινει με τη Σαχ Σουλτάνα. Η Χιουρρέμ θυμώνει και λέει: “Η Σαχ Σουλτάνα δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, φυσικά, αλλά μόνο ο Θεός ξέρει τί θα κάνει και θα πει εκεί!”. Η Φαριέ λέει: “Είναι μια ευκαιρία για εμάς Σουλτάνα μου. Αν πάει στην Αδριανούπολη, θα πρέπει να πάρει το έγγραφο μαζι της”. Η χιουρρέμ λέει: “Προφανώς, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Ετοιμάσου. Πες στον Σουμπούλ να πάρει τους πιο πιστούς του άνδρες. Η Σαχ Σουλτάνα δε θα φτάσει την Αδριανούπολη με αυτό το έγγραφο!”. Η Φαριέ φεύγει….

    Το πρωϊ βλέπουμε την άμαξα της Σαχ και μέσα, η Γκιουλφέμ λέει στην Σαχ ότι ανησυχεί για το ίδιο πράγμα που συνέβη στην Χατιτζέ. Λέει ότι ο Σουλτάνος δεν έκανε τίποτε στη Χιουρρέμ ως τώρα για όσα έχει κάνει. Δεν θα το πιστέψει αυτό. Η Σαχ λέει ότι θα το πιστέψει. Θα κάνει ό,τι μπορεί να το πιστέψει. Η Σαχ συνεχίζει λέγοντας ότι η Χιουρρεμ δε θα νικήσει αυτή τη φορά. Δείχνει το έγγραφο και λέει: “Αυτό είναι η θανατική της καταδίκη. Θα το δώσω η ίδια στον Σουλτάνο…”

    Κάποιοι άνδρες επιτίθενται στην άμαξα της Σαχ… Η Χιουρρέμ είναι στο δωμάτιό της και ο Σουμπούλ της λέει να μην ανησυχεί καθώς διάλεξε τους καλύτερους και ότι θα πάρουν πίσω το έγγραφο. Ο Σουμπού λέει ότι ανησυχεί αν η Σαχ θα πει στον Σουλτάνο τί συνέβη και η Χιουρρέμ λέει: “Δε θα το πει. Όσο έξυπνη είναι άλλο τόσο είναι υπερήφανη”. Αλλά η Χιουρρέμ δείχνει ότι δεν πιστεύει η ίδια τα λόγια της.

    Στην άμαξά της, η Σαχ ρωτάει τον άνδρα που επιτίθεται αν ξέρει ποιά είναι και ότι θα πέσουν τα κεφάλια τους. Η Γκιουλφέμ είναι σε υστερία και προσεύχεται. Ο άντρας ρωτάει πού είναι και η Σαχ απαντάει “πού είναι τί;”. Ο άντρας λέει: “Πού είναι το έγγραφο;”. Η Σαχ λέει: “Είναι δουλειά της Χιουρρέμ!”. Ο άντρας βάζει το χατζάρι του στο λαιμό της και η Σαχ λέει ότι δε νομίζει ότι πήρε τέτοια διαταγή, οπότε ο άντρας βάζει το χατζάρι στο λαιμό της Γκιουλφέμ. Η Σαχ του λέει να την αφήσει και ότι θα του δώσει αυτό που ψάχνει. Βγάζει ένα έγγραφο και του το δίνει. Η Σαχ δείχνει θυμωμένη….

    Την ίδια ώρα, η Νιγκάρ μπαίνει στο παλάτι της Χατιτζε και ρωτάει γιατί την κάλεσε. Αν κάτι κακό συνέβη στην Σαχ Σουλτάνα. Η Χατιτζε λέει όχι και έτσι η Νιγκάρ ρωτάει γιατί την κάλεσε. Η Χατιτζέ συμπεριφέρεται παράξενα, οπότε η Νιγκάρ ρωτάει αν είναι καλά και η Χατιτζέ λέει: “Νιγκάρ Χατούν, πού είναι ο τάφος του Ιμπραήμ; Μη τολμήσεις να το αρνηθείς. Ξέρεις που είναι, δεν είναι έτσι; Θα με πάς εκεί….”. Η Νιγκάρ λέει: “Πώς θα μπορούσα να ξέρω, από που;”. Η Χατιτζέ λέει: ‘Μη λες ψέματα! Είπες ψέματα τόσες φορές, όχι τώρα! Σε είδα!”. Η Νιγκάρ αναρωτιέται και η Χατιτζέ συνεχίζει: “Στο όνειρό μου, σε είδα, ήσουν στον τάφο του και έκλαιγες….”. Η Νιγκάρ λέει: “Σας παρακαλώ Σουλτάνα μου, μη. Ποιός θα μπορούσε να μου πει πού είναι; Δεν είναι καν φανερό αν υπάρχει τάφος…”. Αλλά η Χατιτζε την κοιτάζει με βεβαιότητα ότι ξέρει.

    Στο χαρέμι, η Χιουρρέμ μιλάει στην Φαριέ ρωτώντας την γιατι δεν έχουν νέα ή ίσως δεν πήραν το έγγραφο. Η Φαριέ προσπαθεί να την ηρεμήσει και η Χιουρρέμ της λέει να πάει να το κοιτάξει, ότι αν δεν το έκαναν θα τους τιμωρήσει με τα ίδια της τα χέρια…. Αλλά μπαίνει ο Σουμπούλ με το έγραφο και λέει “Ωραία τα καταφέραμε!”. Η Χιουρρέμ χαίρεται….

    Στο μεταξύ, στην Αδριανούπολη μιλάει με τον Μπαλί Μπέη. Λέει: “Καταλαβαινω τη θέση σου αλλά δεν μπορείς να ζησεις έτσι το υπόλοιπο της ζωής σου. Θα πρέπει να κάνεις τη δική σου οικογένεια…”. Ο Μπαλί Μπέη λέει: “Μία μέρα, ίσως μου δοθεί η ευκαιρία… με τη θέληση του Θεού… Ακούγεται ένας χτύπος και ένας αγάς ανακοινώνει τη Σαχ Σουλτάνα… Ο Σουλτάνος σηκώνεται και τις χαιρετάει και ξαφνιάζεται που βλέπει τη Γκιουλφέμ. Μετά παρατηρεί τα πρόσωπά τους. Ρωτάει τί έγινε και η Σαχ λέει ότι τους επιτέθηκαν και παρολίγο τις σκότωσαν. Ο Σουλεϊμάν ρωτάει ποιός θα τολμούσε….

    Η Χιουρρέμ ανοίγει το έγραφο και καταλαβαινει ότι δεν είναι το έγγραφο του δανείου….

    Ο Σουλεϊμάν λέει στο Μπαλί να βρει τους άντρες αυτούς και να τους πάει σε αυτόν. Η Σαχ λέει στον Μπαλί Μπέη πού συνέβη και ο Μπαλί φεύγει. Ο Σουλεϊμάν ρωτάει γιατί πήγαν και η Σαχ του λέει ότι υπήρχε ένα σημαντικό έγραφο που ήθελε να του δώσει, αλλά ήλπιζαν να το πάρουν από εκείνη. Ότι είχε πάρει προφυλάξεις για κάθε ενδεχόμενο. Η Γκιουλφέμ φαινεται έκπληκτη. Ο Σουλεϊμάν ρωτάει: “Ποιό έγραφο; Ποιός ήθελε να σας το πάρει;”. Η Σαχ λέει: “Η Χιουρρέμ εξοχότατε. Αυτή διέταξε να μας επιτεθούν”. Έπειτα, η Σαχ παίρνει το έγγραφο και λέει: “Και ο λόγος είναι αυτό”. Ο Σουλεϊμάν το διαβάζει και δείχνει θυμωμένος….

    ΤΕΛΟΣ


    Ενημέρωση Copyright: Αυτό το site διαχειρίζεται ο χρήστης “CrazyTurkVids” και του ανήκει. Όλα τα δικαιώματα στο υλικό αυτής της σελίδας ανήκουν στον χρήστη “CrazyTurkVids”. Χωρίς άλλη σημείωση, κανένα δικαίωμα, τίτλος ή συμφέρον δεν παραχωρείται στο υλικό, τις πληροφορίες, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ή άλλα υλικά που προσφέρονται σε αυτή τη σελίδα. Πληροφορίες, ιδέες, κείμενα, logos, εικόνες, γραφικά και φωτογραφίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το blog είναι αποκλειστική περιουσία του χρήστη “CrazyTurkVids”. Αυτό το υλικό δεν μπορεί να αντιγραφεί, αναπαραχθεί, ή χρησιμοποιηθεί χωρίς την γραπτή κατάθεση του χρήστη “CrazyTurkVids”.

    Facebook Comments